Η ελληνική κυβέρνηση «χαράζει» τη δική της πολιτική γραμμή «Μαζινό» και δεν πρόκειται να προχωρήσει σε περαιτέρω παραχωρήσεις όπως δήλωσε Έλληνας υπουργός στην βρετανική Telegraph και ο Β.Πούτιν είναι έτοιμος να αναλάβει δράση, όπως αναφέρει η εφημερίδα.
Η εφημερίδα επιβεβαιώνει ότι ο Ρώσος πρόεδρος πρόσφερε για τον Greek Stream τα πρώτα δύο δισ.ευρώ και έπεται συνέχεια.
Την ίδια στιγμή ο αναλυτής της Deutsche Bank, Νικολάους Χέινεν, ξεκαθαρίζει ότι η Ευρώπη δεν θα αφήσει την Ελλάδα να φύγει καθώς η γεωστρατηγική της σημασία για την ΕΕ είναι
πάρα πολύ σημαντική και εν τέλει θα καταλήξει σε συμφωνία.
Το ΔΝΤ σε έκθεσή του αναφέρει ότι εάν υπάρξει κρίση στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, τότε αυτή θα επεκταθεί αυτόματα στις τράπεζες των Βαλκανίων με απρόβλεπτες συνέπειες.
Ευθύς εξαρχής, το δημοσίευμα της Telegraph κάνει λόγο για «υπουργικό συμβούλιο πολέμου» το οποίο συγκλήθηκε την Κυριακή στην Αθήνα και έπειτα από 7,5 ώρες συνεδρίασης αποφάσισε να ακολουθήσει σκληρή γραμμή.
Όπως σημειώνει ο Βρετανός δημοσιογράφος, Ambrose Evans-Pritchard, η Ελλάδα ετοιμάζεται να δώσει μάχη με τους πιστωτές της και οι ηγέτες του κόμματος έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι έχουν λίγα να περιμένουν από τυχόν περαιτέρω παραχωρήσεις από μεριάς τους.
Είναι χαρακτηριστικές οι δηλώσεις Έλληνα υπουργού, υπό τον όρο της ανωνυμίας, ο οποίος αποκάλυψε στην εφημερίδα τι αποφασίστηκε πίσω από τις κλειστές πόρτες του Μεγάρου Μαξίμου.
Συγκεκριμένα, λέει: «Έχουμε συμφωνήσει σε μια σκληρότερη στρατηγική και να σταματήσουμε να κάνουμε συμβιβασμούς. Είμαστε ενωμένοι και έχουμε εμπιστοσύνη στα βήματά μας». Για να συμπληρώσει με νόημα: «Έχουμε αρκετά χρήματα για να πληρώσουμε το ΔΝΤ αυτή την εβδομάδα, αλλά όχι αρκετά για να φτάσουμε μέχρι το τέλος του μήνα. Αυτό το γνωρίζουν όλοι».
Το κρεσέντο

Από αυτές τις δηλώσεις, ο Pritchard συνάγει το συμπέρασμα πως η Αθήνα εξασφαλίζει ένα κρεσέντο μικροπολιτικής και ο αγώνας θα σκληρύνει ακόμη περισσότερο αυτό το μήνα. «Ο Τσίπρας και τα ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ συμφώνησαν να υπερασπιστούν τις κόκκινες γραμμές τους για τις συντάξεις και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις και είναι προετοιμασμένοι να μπουν στη μάχη με όσες συνέπειες έχει αυτό, θεωρώντας πως η πολιτική του »κλάδου ελαίας» των τελευταίων εβδομάδω, έφτασε σε ένα αδιέξοδο».
Και συνεχίζει: «Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ γνωρίζει ότι αυτή η στρατηγική εμπεριέχει έναν εξαιρετικά υψηλό κίνδυνο. Το ελληνικό ταμείο είναι, ήδη, άδειο και τα κονδύλια έκτακτης ανάγκης από τους δήμους τελειώνουν. Είναι χαρακτηριστικό πως το υπουργικό συμβούλιο »πολέμου» συγκλήθηκε μια ημέρα πριν οι Δραγασάκης-Βαρουφάκης-Τσακαλώτος μεταβούν στις Βρυξέλλες για το Eurogroup. Ο χρόνος εξαντλείται για την Ελλάδα, ενώ η τελευταία δόση δεν εκταμιεύεται. Έτσι, είναι δύσκολο να δει κανείς ότι οι δύο πλευρές θα μειώσουν τις σημαντικές διαφορές τους – ειδικά σε μια συζήτηση για ένα νέο πακέτο στήριξης».
Την ίδια στιγμή ο Σόιμπλε κάνει λόγο για μια πιθανότητα ατυχήματος, αλλά οι Έλληνες αξιωματούχοι αντιτείνουν ότι υπάρχει μια εννοιολογική παρανόηση από την πλευρά της Γερμανίας και των χωρών του βορρά.
Και συμπληρώνουν πως αντί να οδηγηθούν σε μια εθνική ταπείνωση και προδοσία των εκλογικών υποσχέσεών τους προς τον ελληνικό λαό, θα προτιμήσουν να προκαλέσουν μια κρατική χρεοκοπία, αν πιεστούν υπερβολικά.
Επιπλέον, σημειώνουν πως η πρόσφατη προσπάθειά τους για έναν έντιμο συμβιβασμό δεν στέφθηκε με επιτυχία. Και αυτό διότι η μόνη υποχώρηση των δανειστών ήταν να κατεβάσουν το στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος από το 4,5% στο 2%, για την επόμενη χρονιά. «Είναι σαν καρχαρίες. Κάθε φορά που δοκιμάζουν αίμα, επιστρέφουν για περισσότερο», λέει ένας Έλληνας υπουργός.
Στο βάθος ο Πούτιν

Στο μεταξύ, αξιωματούχοι της Αθήνας αναφέρουν πως ο Πούτιν πρόσφερε στην Ελλάδα περίπου δύο δισεκατομμύρια ευρώ για τον αγωγό Turkish Stream.
Ο αναλυτής της Deutsche Bank, Νικολάους Χέινεν, μιλώντας στην Deutsche Welle εξηγεί: «Αυτή τη στιγμή οι ελληνικές εμπορικές τράπεζες διατηρούνται προς το παρόν στη ζωή, χάρη στην ρευστότητα που παρέχει η ΕΚΤ μέσω του ELA. Αυτά τα χρήματα χρησιμοποιούνται για την απόκτηση βραχυπρόθεσμων έντοκων γραμματίων που αγοράζουν από την κυβέρνηση, έτσι ώστε αυτή θα διατηρηθεί με τη σειρά της εν ζωή για μια-δύο εβδομάδες».
Ακόμη κι έτσι, όμως, τα αποθεματικά στερεύουν. Γι” αυτό και η κυβέρνηση έκανε επιδρομή στα ταμεία των κρατικών φορέων, των δήμων και όπου αλλού μπορούσε να βρει χρήματα για να πληρώσει το ΔΝΤ, σε πρώτη φάση. Όπως αναφέρει η Deutsche Welle, ακόμη και αυτό να συμβεί, να πληρώσει δηλαδή η Ελλάδα τη δόση προς το ΔΝΤ, και πάλι θα έχει ανάγκη ένα τρίτο πακέτο στήριξης, κάτι που παραδέχεται και ο αναλυτής της Deutsche Bank.
Μέχρι να φτάσει, όμως, η στιγμή για να ανοιχτεί το κεφάλαιο «τρίτο πακέτο στήριξης», η Ελλάδα και οι εταίροι της βρίσκονται μπροστά σε έναν αδιέξοδο δρόμο για το τρέχον πρόγραμμα και την ολοκλήρωσή του. Ο Νικολάους Χέινεν σημειώνει πως είναι πεπεισμένος ότι τελικά οι πιστωτές θα ξεκλειδώσουν την τελευταία δόση που έχει ανάγκη η Ελλάδα και αυτό θα γίνει στο τέλος του Ιουνίου.
«Στα τέλη Ιουνίου η Ελλάδα και οι εταίροι της στην Ευρωζώνη θα συμφωνήσουν ότι η Αθήνα έχει κάνει αρκετά για να δικαιολογήσουν την εκροή κεφαλαίων, προκειμένου να εξασφαλιστεί κάποιο επίπεδο συστημικής σταθερότητας. Από εκεί και πέρα θα βρίσκεται σε εξέλιξη η συζήτηση για το τρίτο πακέτο».
Γεωστρατηγικός παράγοντας
Πέραν του αμιγώς οικονομικού παράγοντα, ο Γερμανός αναλυτής σημειώνει πως υπάρχει και ο γεωστρατηγικός που δεν πρέπει να υποτιμάται. «Γεωστρατηγικά η Ελλάδα  βρίσκεται σε ένα πολύ σημαντικό σημείο της Ευρώπης. Η Ευρώπη χρειάζεται την Ελλάδα ως ένα προκεχωρημένο φυλάκιο στην ανατολική Μεσόγειο. Αυτός είναι ο λόγος που οι Ευρωπαίοι δεν θα εγκαταλείψουν ποτέ την Ελλάδα. Μπορεί η συμπεριφορά της Αθήνας να εμφανίζεται ασταθής, αλλά είναι καλή ένδειξη ότι το outlook της χώρας δεν είναι τόσο κακό όσο το παρουσιάζουν τα διεθνή ΜΜΕ».
Ο Χέινεν αναφέρει: «Η διοίκηση της Ελλάδας είναι χαοτική και δεν μπορεί να αποκλειστεί μια βραχυπρόθεσμη αφερεγγυότητα. Αλλά ένα «Graccident» δεν πρέπει να οδηγήσει σε Grexit. Οι επενδυτές είναι απίθανο να ξεσπάσουν σε πανικό. Άλλωστε, το 80% του ελληνικού χρέους βρίσκεται πλέον στα χέρια των μελών της Ευρωζώνης. Γι” αυτό και η ΕΚΤ θα κάνει ό,τι είναι απαραίτητο για να μην συμβεί η κατάρρευση».
Ειδικά για το ρόλο της ΕΚΤ, σημειώνει: «Είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι η ΕΚΤ θα επιτρέψει στην ελληνική κεντρική τράπεζα να αυξήσει τη σανίδα σωτηρίας (βλ. ρευστότητα) προς τις τράπεζες της χώρας, έτσι ώστε να μπορεί να βοηθήσει την Αθήνα για αναχρηματοδότηση σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η ελληνική χρεοκοπία δεν θα φτάσει στο επίπεδο της Αργεντινής».
Ο Χέινεν τοποθετείται και για το θέμα της δραχμής που αναφύεται συνεχώς ως πιθανό σενάριο. Λέει, συγκεκριμένα: «Οι χώρες με ισχυρό νόμισμα δεν μπορούν να το αντικαταστήσουν με ένα πιο αδύναμο. Με άλλα λόγια, η δραχμή δεν θα είναι αρκετά ισχυρή για να ανταγωνιστεί το ευρώ. Λαμβάνοντας υπόψη τις μη υγιείς δημοσιονομικές πολιτικές και τους σοβαρούς πολιτικούς κινδύνους, η Ελλάδα θα συνεχίσει να είναι ένα »αποτυχημένο κράτος» για το προβλεπτό μέλλον και αυτό αναμένεται να κρατήσει τους εταίρους της σε αγωνία».
Μια πιθανή επιδείνωση της κατάστασης στην Ελλάδα θα έχει επιπτώσεις στις βαλκανικές χώρες.
Κι αυτό γιατί οι θυγατρικές ελληνικών τραπεζών αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι του τραπεζικού συστήματος, σημειώνει η εαρινή έκθεση του ΔΝΤ για την πορεία των οικονομιών της Κεντρικής, Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Ωστόσο, σύμφωνα με το Γιορκ Ντεκρέσιν, αναπληρωτή διευθυντή του ΔΝΤ για την κεντρική και ανατολική Ευρώπη ο οποίος παρουσίασε την εν λόγω έκθεση σε ομάδα δημοσιογράφων στις Βρυξέλλες, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σε πολύ διαφορετική κατάσταση τώρα σε σχέση με τέσσερα χρόνια πριν, κάτι που περιορίζει σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης.
Το τραπεζικό σύστημα στο στόχαστρο
Συγκεκριμένα, οι θυγατρικές των ελληνικών τραπεζών αντιπροσωπεύουν το 14-22% του τραπεζικού συστήματος στις οικονομίες που συνδέονται με την Ελλάδα (Βουλγαρία, ΠΓΔΜ, Αλβανία, Ρουμανία και Σερβία). Ο δείκτης δανείων προς καταθέσεις σε αυτές τις τράπεζες είναι 100% ή και περισσότερο, παρ” όλο που έχει συρρικνωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια αποτυπώνοντας τη μειωμένη ζήτηση δανείων και τη μικρότερη εξάρτηση από τη χρηματοδότηση της μητρικής τράπεζας.
Όπως εξηγεί ο Γιορκ Ντεκρέσιν, αυτό σημαίνει ότι και αυτές οι τράπεζες θα έχουν «ανάγκες ρευστότητας» σε περίπτωση που επιδεινωθεί η κατάσταση στην Ελλάδα και γι” αυτό το λόγο οι μηχανισμοί εποπτείας των τραπεζών σε αυτές τις χώρες παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις.
Επιπλέον, ο μεγάλος αριθμός μη εξυπηρετούμενων δανείων σε κάποιες θυγατρικές επιφέρει επιπρόσθετους κινδύνους.
Όπως αναφέρει η έκθεση, ο χρηματοπιστωτικός τομέας αυτών των χωρών θα μπορούσε να επηρεαστεί από την έλλειψη εμπιστοσύνης, την εκροή καταθέσεων και πιθανότατα τη νομισματική πίεση, ειδικά στις χώρες στις οποίες επικρατούν συστήματα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών ή που είναι κοντά στην υιοθέτηση του ευρώ.
Επηρεάζονται και οι εξαγωγές-εισαγωγές
Τέλος, σύμφωνα με την έκθεση, εκτός από τους χρηματοοικονομικούς δεσμούς μεταξύ της Ελλάδας και των οικονομιών της νοτιοανατολικής Ευρώπης, υφίστανται και εμπορικοί δεσμοί (εξαγωγές) που ενδέχεται να επηρεαστούν στην περίπτωση που η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα χειροτερεύσει.
Όπως σημειώνεται, όμως, οι εξαγωγές προς την Ελλάδα των συγκεκριμένων χωρών είναι αρκετά μειωμένες σε σχέση με το 2008, αντικατοπτρίζοντας τη γενικότερη αδυναμία της ελληνικής οικονομίας.